Μια φορά και έναν καιρό ήταν ένα κοριτσάκι που το έλεγαν Τερέζα. Η αγαπημένη μέρα της Τερέζας ήταν το Σάββατο γιατί όλη μέρα, από το πρωί μέχρι το βράδυ, μπορούσε να τρέχει και να παίζει.
Εκείνο το Σάββατο είχε σκεφτεί ότι θα έπαιζε στον κήπο το κυνήγι του χαμένου θησαυρού. Η μαμά της πάντα σκεφτόταν τα πιο απίθανα σημεία για να κρύψει το θησαυρό, ανάμεσα στα δέντρα, κάτω από πέτρες, στο σπιτάκι του σκύλου…
Εκείνη τη μέρα όμως έβρεχε ασταμάτητα και το παιχνίδι στον κήπο ήταν δύσκολο να πραγματοποιηθεί. Η Τερέζα κοίταξε από το παράθυρο τη βροχή και φαντάστηκε μία τεράστια ομπρέλα να καλύπτει ολόκληρο τον κήπο του σπιτιού της και εκείνη να τρέχει ανάμεσα στα δέντρα για να βρει τον θησαυρό της.
Μέχρι που μπήκε στο δωμάτιο η μαμά της και με τη μαγική ικανότητα που είχε να τρυπώνει πάντα στο μυαλό της Τερέζας κατάλαβε ότι ήταν στεναχωρημένη και ότι θα ήθελε να βρίσκεται κάπου αλλού και να παίζει.
“Έχω μια ιδέα” της είπε.
“Τι;” ρώτησε βαριεστημένα η Τερέζα.
“Να παίξουμε το κυνήγι του χαμένου θησαυρού”, απάντησε με αποφασιστικότητα η μαμά της.
“Μα πώς, αφού έξω βρέχει και βρέχει και βρέχει και….” συνέχισε μουτρωμένη η Τερέζα
“Θα δεις, θα περάσουμε ωραία, μην κατσουφιάζεις. Είναι και Σάββατο. Κλείσε τώρα για λίγο τα μάτια σου, γιατί χρειάζομαι λίγα υλικά από το δωμάτιό σου και κάνε λίγη υπομονή μέχρι να σου ετοιμάσω τον πιο πετυχημένο κρυμμένο θησαυρό του κόσμου” είπε η μαμά της. Ύστερα, άρχισε βιαστικά να ψαχουλεύει τα πράγματα της Τερέζας, ενώ εκείνη περίμενε το σύνθημα για να ξεκινήσει το παιχνίδι. Η Τερέζα είχε κιόλας ξεχάσει τη βροχή και ένιωθε ανυπομονησία.
Σε λίγο ακούστηκαν οι μαγικές λέξεις από το στόμα της μαμάς της.
“Ο θησαυρός είναι κρυφός, ψάξε Τερέζα και βγάλτον στο φως”.
Η Τερέζα άνοιξε τα μάτια της και αμέσως αντίκρυσε το πρώτο στοιχείο. Μικρές κίτρινες μπαλίτσες από πλαστελίνη δημιουργούσαν μία γραμμή που οδηγούσε κάπου. Τις ακολούθησε μέχρι το ψυγείο που σταματούσαν. Σκέφτηκε για λίγο, ύστερα αποφάσισε να ανοίξει το ψυγείο. Κοίταξε προσεχτικά και εκεί ανάμεσα στα φαγητά είδε ένα μικρό κλειδάκι. Αυτό το κλειδάκι κάτι της θύμιζε. Μα βέβαια, ήταν το κλειδί από ένα κουτάκι που φύλαγε η μαμά της κάποια αγαπημένα της πράγματα. Έτρεξε γρήγορα να το βρει. Ευτυχώς ήταν στη θέση του και με τη βοήθεια της μαμάς της το ξεκλείδωσε. Μέσα στο κουτί βρισκόταν μία φωτογραφία του λαίμαργου σκύλου της, του Πεινάλα. Ξανασκέφτηκε για λίγο τί να σήμαινε το στοιχείο αυτό. Αποφάσισε να βρει τον Πεινάλα που ή θα έτρωγε ή θα κοιμόταν. Τελικά κοιμόταν κάτω από το γραφείο του μπαμπά της. Η Τερέζα τον χάιδεψε λίγο και τότε παρατήρησε ένα μικρό σακουλάκι που κρεμόταν από το λουράκι του.
“Αχ την πονηρή τη μαμά μου” σκέφτηκε. Άνοιξε γρήγορα το σακουλάκι και μέσα βρήκε το κομμάτι από ένα παζλ. Έτρεξε να βρει το κουτί του παζλ στη βιβλιοθήκη με τα επιτραπέζια παιχνίδια της. Ευτυχώς το κουτί βρισκόταν στα χαμηλά ράφια και έτσι το έπιασε εύκολα. Όταν το άνοιξε όμως παρατήρησε ότι ήταν άδειο. Τότε η Τερέζα κατάλαβε ότι τα κομμάτια του παζλ ήταν κάτω στο πάτωμα οδηγώντας την σε νέο στοιχείο. Ακολούθησε τα κομμάτια μέχρι την ντουλάπα της. Άνοιξε την ντουλάπα και αμέσως πρόσεξε τις φούξια γαλότσες της που βρίσκονταν μπροστά μπροστά. Μέσα στη μία μπότα φαινόταν ένα άσπρο τυλιγμένο χαρτί. Η Τερέζα το ξεδίπλωσε και είδε πως ήταν μία ζωγραφιά που είχε φτιάξει η μαμά της. Έδειχνε μία κούνια που κρεμόταν από το κλαδί ενός δέντρου και πάνω της καθόταν ένα κοριτσάκι με φούξια μπότες. Αμέσως η Τερέζα κατάλαβε τί σήμαινε η ζωγραφιά. Το προσωπό της φωτίστηκε από χαρά. Έβαλε τις μπότες της και έτρεξε γρήγορα να βγει στον κήπο να βρει τον θησαυρό της. Η πόρτα του σπιτιού ήταν ανοιχτή. Η μαμά της την περίμενε στην κούνια κάτω από το δέντρο. Έβρεχε ακόμα αλλά δεν τους ένοιαζε. Η μουριά που κρατούσε την κούνια έμοιαζε τώρα με μία τεράστια μαγική ομπρέλα. Εκείνη τη μέρα η Τερέζα ακούμπησε με το πόδι της το πιο ψηλό κλαδί, καθώς την κουνούσε η μαμά της.
Όταν έφτασε η ώρα να κοιμηθεί η Τερέζα σκεφτόταν κι άλλες κρυψώνες, κι άλλους θησαυρούς.
Και κάπως έτσι έκλεισε τα μάτια της, με τη βροχή να κάνει παρέα στα όνειρά της.