Το φθινόπωρο είχε μπει για τα καλά. Έξω είχε κρύο και ο ουρανός την περισσότερη ώρα της ημέρας ήταν μουντός και συννεφιασμένος. Της Τερέζας καθόλου δεν της άρεσε που νύχτωνε νωρίς πια. Δεν προλάβαινε να γυρίσει από το σχολείο και πριν καν τελειώσει το διάβασμά της, έξω είχε ήδη σκοτεινιάσει. Σκεφτόταν «μακάρι να είχα χρόνο να παίξω έστω και λίγο όσο είναι ακόμα μέρα». Κοιτάζοντας τώρα από το παράθυρο του δωματίου της, η Τερέζα παρατηρούσε τις φυλλωσιές με τα κόκκινα φύλλα που σκέπαζαν τον φράχτη του σπιτιού της. Φανταζόταν τα πάντα, ακόμα και τον ουρανό και τα σύννεφα να αποκτούν σιγά-σιγά αυτό το βαθύ έντονο κόκκινο χρώμα των φύλλων. Σίγουρα ένας βυσσινί ουρανός θα ήταν ομορφότερος από το απόλυτο μαύρο που θα αντίκρυζε σε λίγο από το παράθυρό της. Άραγε τα φύλλα που τόσο έντονα ξεχώριζαν με το χρώμα τους από τα υπόλοιπα δέντρα θα κατάφερναν να παραμείνουν το ίδιο μοναδικά μέσα στο σκοτάδι; Αποφάσισε να περιμένει για να το διαπιστώσει μόνη της.
Τώρα η Τερέζα διάβαζε με ηρεμία τα μαθήματα της κι όταν άρχισε το φως από έξω να χάνεται δεν στεναχωρήθηκε καθόλου. Περίμενε μέχρι να σκοτεινιάσει τελείως για να κοιτάξει πάλι από το παράθυρό της. Ένιωθε ανυπομονησία, όπως όταν κάνει ένα πείραμα και ολοκληρώνει το τελευταίο βήμα για να διαπιστώσει αν το πείραμα τελικά πέτυχε. Άνοιξε το τζάμι και τα μάτια της έψαξαν με αγωνία τα κόκκινα φύλλα που τόσο πολύ είχαν τρυπώσει στη σκέψη της. Φυσικά, ναί, ήταν εκεί, το ένα δίπλα και πάνω από το άλλο σαν ένα μαγικό σκέπασμα που έπεσε από τον ουρανό και στάθηκε εκεί για να το κοιτάει η Τερέζα. Στην πραγματικότητα βέβαια, όλα είχαν σκεπαστεί από τη νύχτα, αλλά η Τερέζα δεν απογοητεύτηκε. Ένιωσε τυχερή σαν να είναι η μόνη που ξέρει ότι κάτω απο το σκοτάδι κρύβεται ένας μυστικός πανέμορφος θησαυρός.
Όταν ξάπλωσε στο κρεβάτι της και έκλεισε τα μάτια της όλα έγιναν κόκκινα. Μέσα στη νύχτα και το σκοτάδι η Τερέζα είχε βρει τον τρόπο να ανακαλύπτει θησαυρούς και να χρωματίζει την σκέψη της.