«Ποιά πυτζάμα να φορέσω σήμερα, τη ροζ με τα άσπρα σύννεφα ή μήπως την πολύχρωμη με τις νότες τρα λα λα λα λαλαλα;», αναρωτιόταν τραγουδιστά η Ίρις λίγο πριν πέσει για ύπνο.
Δεν είχε ακόμα αποφασίσει ποιά από τις δύο πυτζάμες να βάλει, όταν άκουσε τον μπαμπά της να φωνάζει:
«Ίρις έπλυνες τα δόντια σου;»
Κατάλαβε τότε, ότι έπρεπε να κάνει γρήγορα και να τρέξει στο κρεβάτι της γιατί η αγαπημένη της στιγμή πλησίαζε. Η στιγμή του παραμυθιού.
Ο μπαμπάς της καθόταν ήδη στην πολυθρόνα δίπλα στο κρεβάτι της και την περίμενε να ξαπλώσει. Της διάβασε όπως κάθε βράδυ ένα παραμύθι, όμως όταν έκλεισε το βιβλίο και έσβησε το φως, η Ίρις του ζήτησε να κάτσει λίγο ακόμα κοντά της.
«Σε παρακαλώ» του είπε «μη φύγεις, γιατί φοβάμαι».
Ο μπαμπάς της ξανακάθισε στην πολυθρόνα δίπλα της και την σκέπασε.
«Μήπως φοβάσαι εμένα επειδή το βράδυ μεταμορφώνομαι σε φάντασμα Μπουουουουου;» τη ρώτησε χαμογελώντας.
Η Ίρις γέλασε αλλά ύστερα με σοβαρό ύφος του είπε:
«Φοβάμαι τα κακά όνειρα. Φοβάμαι μήπως ξαναδώ μυρμήγκια να περπατάνε πάνω μου ή σκελετούς να με κυνηγούν. Φοβάμαι μην ονειρευτώ πάλι ότι το κρεβάτι μου έχει γεμίσει τρύπες και πέφτω μέσα τους».
Ο μπαμπάς της κούνησε το κεφάλι του σα να την καταλαβαίνει και της είπε:
«Κι εγώ έβλεπα εφιάλτες όταν ήμουν μικρός και το πιστεύεις ότι ακόμα βλέπω καμιά φορά και ξυπνάω τρομαγμένος; Χρειάζομαι συνήθως λίγο χρόνο για να καταλάβω ότι ήταν απλώς ένα κακό όνειρο και να ξανακοιμηθώ. Σίγουρα θα υπάρχει τρόπος να διώξουμε τους ενοχλητικούς εφιάλτες που σε ξυπνάνε. Θα σκεφτούμε μαζί κάποιο κόλπο για να τους λες αντίο».
Η Ίρις κοιτούσε τον μπαμπά της στα μάτια και παρόλο που νύσταζε πολύ, δεν υπήρχε περίπτωση να κοιμηθεί αν δεν έβρισκαν πρώτα μία ιδεα για να νικήσουν το φόβο της. Ύστερα, τον είδε να σηκώνεται, να ψαχουλεύει το γραφείο της και να επιστρέφει κοντά της κρατώντας ένα λευκό χαρτόνι, ένα μολύβι και ένα ψαλίδι.
«Πρώτα, της είπε, θα ζωγραφίσουμε ένα σύννεφο, θα του σχεδιάσουμε μάτια και ένα μεγάλο χαμόγελο, θα το κόψουμε και θα το κολλήσουμε εδώ στον τοίχο δίπλα στο κρεβάτι σου. Θα είναι το μαγικό σύννεφο που θα σε φυλάει κάθε βράδυ και όποτε το χρειάζεσαι θα τρυπώνει μέσα στον ύπνο σου για να σου στέλνει όνειρα γλυκά και άσπρα σαν το χιόνι που λατρεύεις, σαν το αγαπημένο σου παγωτό βανίλια, σαν την κάτασπρη γατούλα της φίλης σου της Δέσποινας, σαν τα προβατάκια που μετράμε στη θάλασσα το καλοκαίρι όταν φυσάει».
«Και σαν την αμυγδαλιά που φέρνει την άνοιξη» φώναξε χαρούμενη η Ίρις, ενώ κολλούσε δύο στρογγυλά κουμπιά αντί για μάτια στο σύννεφο.
Σε λίγη ώρα το μαγικό σύννεφο ήταν έτοιμο με ένα μεγάλο χαμόγελο φτιαγμένο από κόκκινη κλωστή!
Την στιγμή που ο μπαμπάς της κολλούσε τον καινούριο φίλο της Ίριδας στον τοίχο, το βλέμμα του έπεσε στις πυτζάμες με τις νότες που ήταν πάνω στο κρεβάτι. Τότε μία ιδέα του μπήκε στο μυαλό και αμέσως την είπε στην Ίριδα.
«Πριν κοιμηθείς τι θα έλεγες να φτιάξουμε ένα τραγούδι για να το τραγουδάμε κάθε βράδυ και να εξαφανίζουμε τις κακές σκέψεις και τα τρομακτικά όνειρα, ε;
Θα μπορούσε να ξεκινάει κάπως έτσι:
Τι γίνεται εδώ όνειρο τρομακτικό…»
Η Ίρις ενθουσιάστηκε! Μαζί με τον μπαμπά της σκέφτηκαν τα λόγια και σε λίγη ώρα τραγουδούσαν δυνατά, ξανά και ξανά:
«Τι γίνεται εδώ όνειρο τρομακτικό
Ήρθες μες στον ύπνο μου και θες να φοβηθώ
Άκου όμως τώρα αυτό που θα σου πω
ΧΑΧΑΧΑ και ΧΟΧΟΧΟ
όσο και να μ´ενοχλείς εγώ θα κοιμηθώ»
Η ώρα όμως είχε περάσει και η Ίρις χασμουριόταν. Τώρα δε φοβόταν τίποτα. Μόνο νύσταζε πολύ. Τα μάτια της έκλειναν καθώς ο μπαμπάς της τής έλεγε καληνύχτα.
Στο όνειρο της έβλεπε ότι ήταν ξαπλωμένη ανάσκελα πάνω σε ένα τεράστιο κάτασπρο σύννεφο και γελούσε δυνατά. Γελούσε τόσο δυνατά που σχεδόν μπορούσε, ενώ κοιμόταν, να ακούει το γέλιο της.
Χαχαχα και χοχοχο
Χαχαχα και χοχοχο